Για τον φυσικοθεραπευτή

Πως βοηθάει η παιδιατρική φυσικοθεραπεία;
Ο στόχος για τον παιδιατρικό φυσικοθεραπευτή είναι να βοηθήσει το παιδί να φτάσει στο μέγιστο του αναπτυξιακού του δυναμικού και να το κάνει πιο λειτουργικό στις δραστηριότητες καθημερινής ζωής. Μέσω της παιδιατρικής φυσικοθεραπείας βελτιώνεται η αδρή και η λεπτή κινητικότητα, η ισορροπία, η μυϊκή ενδυνάμωση και το εύρος της κίνησης. Μέσα από την συνολική βελτίωση της κίνησης το παιδί αποκτά αυτοπεποίθηση και γίνεται πιο κοινωνικό έχοντας την ικανότητα να συμμετέχει σε δραστηριότητες με άλλα παιδιά της ηλικίας του. Ο παιδιατρικός φυσικοθεραπευτής συνεργάζεται πολύ στενά με την οικογένεια βοηθώντας την να κατανοήσει πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της στην αποκατάσταση του παιδιού. Μέσα από συνεχή ενημέρωση και εκπαίδευση η οικογένεια συμμετέχει ενεργά στην θεραπεία τόσο με την εκμάθηση ειδικών χειρισμών όσο και στην αντιμετώπιση άλλων πιθανών προβλημάτων όπως η σίτιση και η επικοινωνία.

Τι είναι πρώιμη παρέμβαση;
Ο όρος πρώιμη παρέμβαση αναφέρεται σε εκείνη την θεραπευτική παρέμβαση που γίνεται στην ηλικιακή ομάδα από 0 έως 3 ετών. Στην πρώιμη παρέμβαση  συμμετέχουν ο φυσικοθεραπευτής, ο εργοθεραπευτής και ο λογοθεραπευτής, ανάλογα με τις ανάγκες του μωρού. Είναι σημαντικό η πρώιμη παρέμβαση να γίνεται σε οργανωμένο κέντρο έτσι ώστε όλες αυτές οι ειδικότητες να μπορούν να επικοινωνούν και να δρουν οργανωμένα περιορίζοντας τον κίνδυνο της επικάλυψης. Σκοπός της πρώιμης παρέμβασης είναι η εξάλειψη των συμπτωμάτων ή όσο το δυνατόν πιο ήπια εκδήλωση τους. Η πλαστικότητα του εγκεφάλου και η προσαρμοστικότητα του σώματος του μωρού βοηθούν έτσι ώστε να επιτευχτεί ο σκοπός αυτός.

Τι είναι προωρότητα;
Πρόωρο είναι εκείνο το νεογνό που έχει γεννηθεί πριν την 37η εβδομάδα κύησης, ενώ τελειόμηνο είναι εκείνο το νεογνό που έχει γεννηθεί μεταξύ 38η και 40η εβδομάδα κύησης. Όσο πιο πρόωρο  είναι το νεογνό τόσο πιο αυξημένος είναι και ο κίνδυνος εμφάνισης κάποιου προβλήματος όπως είναι η εγκεφαλική παράλυση, ο αυτισμός και η νοητική στέρηση. Πέρα από την προωρότητα σημαντικό ρόλο για την εμφάνιση ή μη κάποιου προβλήματος, παίζει και το βάρος γέννησης.

Πόσο καιρό θα χρειαστεί φυσικοθεραπεία το μωρό μου;
Αυτό εξαρτάται από το είδος του προβλήματος που παρουσιάζει το μωρό. Ο θεράπων ιατρός που καταγράφει την πρόοδο του μωρού αποφασίζει μετά από συνεννόηση με τον θεραπευτή την διάρκεια της παρέμβασης. Μια γενική απάντηση θα μπορούσε να είναι μέχρι το μωρό να μπορέσει να περπατήσει με ποιοτική βάδιση, και να επικοινωνεί είτε λεκτικά ή μη λεκτικά σε ικανοποιητικό επίπεδο για την ηλικία του.

Τι είναι η εγκεφαλική παράλυση;
Η εγκεφαλική παράλυση είναι μια εγκεφαλική βλάβη που προκλήθηκε κατά την διάρκεια της κύησης ή κατά την διάρκεια του τοκετού. Η βλάβη αυτή μπορεί να επηρεάσει την κίνηση, την ισορροπία και την στάση. Μπορεί επίσης να υπάρχουν συνωδά προβλήματα όπως προβλήματα όρασης, ακοής λόγου και νόησης.

Τι είναι η υποτονία;
Η υποτονία είναι μια διαταραχή του μυϊκού τόνου η οποία συχνά συνοδεύεται και από μειωμένη μυϊκή δύναμη. Η υποτονία μπορεί να προκληθεί από διάφορες παθήσεις και, αν και είναι σχετικά εύκολο να διαγνωστεί, είναι αρκετά πιο περίπλοκο να βρεθεί η αιτία της υποτονίας. Ο παιδονευρολόγος είναι εκείνος ο ιατρός ο αρμόδιος για την σωστή διάγνωση της αιτίας αυτής. Μακροπρόθεσμα η υποτονία μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του παιδιού. Αυτό βέβαια εξαρτάται τόσο από τον βαθμό αδυναμίας του μυός όσο και από την φύση της πάθησης που προκάλεσε την υποτονία. Η κυρίαρχη παρέμβαση για την αντιμετώπιση της υποτονίας είναι η φυσικοθεραπεία.

Τι είναι η υπερτονία;
Η υπερτονία είναι και αυτή μια διαταραχή του μυϊκού τόνου. Χαρακτηρίζεται από παθολογική αύξηση του μυϊκού τόνου. Αυτό το σφίξιμο του μυός μειώνει την ικανότητα του να διαταθεί και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την ελάττωση  του εύρους της κίνησης. Υπερβολική αύξηση του μυϊκού τόνου μπορεί να οδηγήσει σε σπαστικότητα. Η υπερτονία αντιμετωπίζεται αρχικά με την φυσικοθεραπεία. Αν η υπερτονία είναι αυξημένη μπορεί να αντιμετωπιστεί φαρμακευτικά με αλλαντική τοξίνη την οποία χορηγεί ο θεράπων ιατρός του παιδιού, ή χειρουργικά. Μακροπρόθεσμα η υπερτονία μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις στο σκελετικό σύστημα του παιδιού γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό η έγκαιρη αντιμετώπιση της.

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Για τον εργοθεραπευτή

Γιατί το παιδί μου δεν με ακούει (προσέχει) και δεν κάθεται σε ένα μέρος;
Γιατί το πιο πιθανό είναι το παιδί σας να εμφανίζει κάποια δυσλειτουργία στην ικανότητά του να διατηρεί σε φυσιολογικά όρια την αντίδραση του σε αισθητηριακά ερεθίσματα, δηλαδή να ελέγχει τον εαυτό του έτσι ώστε οι αποκρίσεις του να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος (αισθητηριακή ρύθμιση). Οι αισθητηριακές εμπειρίες περιλαμβάνουν το άγγιγμα, την κίνηση, την γνώση του σώματος, την όραση, την ακοή, την γεύση-όσφρηση και την έλξη της βαρύτητας. Η επεξεργασία που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για να οργανώσει και να ερμηνεύσει αυτές τις εμπειρίες ονομάζεται αισθητηριακή ολοκλήρωση (Α.Ο.). Η αισθητηριακή ολοκλήρωση παρέχει ένα κρίσιμης σημασίας θεμέλιο (την βάση ουσιαστικά) για την μετέπειτα πιο πολύπλοκη μάθηση και συμπεριφορά. Για τα περισσότερα παιδιά η αισθητηριακή ολοκλήρωση αναπτύσσεται στο πλαίσιο των συνηθισμένων νηπιακών-παιδικών δραστηριοτήτων. Η ικανότητα του κινητικού προγραμματισμού είναι ένα φυσικό αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, όπως επίσης και η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε εισερχόμενα ερεθίσματα. Όμως για μερικά παιδιά, η αισθητηριακή ολοκλήρωση δεν εξελίσσεται τόσο επαρκώς όσο θα έπρεπε. Όταν η διαδικασία αυτή διαταράσσεται ένας αριθμός προβλημάτων στην ανάπτυξη, την μάθηση και την συμπεριφορά γίνεται πιο εμφανής.

Γιατί το παιδί μου είναι τόσο αδέξιο και συχνά τραυματίζεται ή καταστρέφει πράγματα;
Τα παιδιά δεν χρησιμοποιούν τους εγκεφάλους τους με τον ίδιο τρόπο όπως οι μεγάλοι. Τα κατώτερα εγκεφαλικά κέντρα- αυτά που είναι υπεύθυνα για το κίνητρο, την κίνηση, το συναίσθημα, την μυρωδιά, την συλλογή εμπειριών- είναι απασχολημένα με την αναζήτηση ερεθισμάτων για να οργανωθούν και να βγάλουν νόημα για τον κόσμο( περιβάλλον) τους. Η εικόνα που έχουν τα παιδιά είναι ατελής γιατί οι εγκέφαλοί τους δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα αισθητηριακά, αναζητούν ερεθίσματα που θα τα βοηθήσουν να προσαρμοστούν καλύτερα  και τείνουν να προσελκύονται σε εμπειρίες που μπορούν να βιώσουν φυσικά( σωματικά).
Στην προσπάθειά τους αυτή συλλέγουν και τροφοδοτούν με ερεθίσματα την εν τω βάθει αισθητικότητα, αυτή που αντιδρά στην βαρύτητα και την κίνηση (αιθουσαία) και εκείνη που παίρνει πληροφορίες από τους μύες και τους τένοντες (ιδιοδεκτική). Τα συστήματα αυτά είναι υπεύθυνα για τις οφθαλμικές κινήσεις, την στάση, την ισορροπία, τον μυϊκό τόνο, την σταθερότητα στη βαρύτητα και όταν ολοκληρώνονται σωστά μαζί με την αφή σχηματίζουν: την αντίληψη του σώματος, τον κινητικό συγχρονισμό, το επίπεδο ενεργητικότητας, την διάρκεια προσοχής, την συναισθηματική σταθερότητα. Ως τελικό «προϊόν» αυτής της ολοκλήρωσης είναι η συγκέντρωση και οργάνωση, η αυτοπεποίθηση και αυτοσυγκράτηση, οι νοητικές ικανότητες, η ειδίκευση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων και πλευρών του σώματος. Συνήθως παιδιά με την εικόνα του δικού σας έχουν δυσλειτουργίες του Αιθουσαιο-ιδιοδεκτικού συστήματος.


Γιατί το παιδί μου τρώει μόνο συγκεκριμένες τροφές, φοράει συγκεκριμένα ρούχα ή ουρλιάζει στο μπάνιο, κούρεμα, κόψιμο νυχιών;
Το πιο πιθανό είναι ότι εκδηλώνει αρνητική αντίδραση σε ορισμένους τύπους απτικών ερεθισμάτων εξαιτίας δυσκολιών στην ρύθμιση αυτών των πληροφοριών. Άτομα με τέτοιου τύπου δυσλειτουργία  εκδηλώνουν ανικανότητα να μεταφράσουν κατάλληλα την συναισθηματική έννοια απτικών εμπειριών με τρόπο παραγωγικό για αυτούς και το περιβάλλον.
Αποφεύγουν να αγγίζουν ορισμένου τύπου ρούχων, να συμμετέχουν σε δραστηριότητες που έχουν επαφή με άλλα άτομα, προτιμούν να στέκονται στο τέλος της ουράς, αποφεύγουν και αντιδρούν στις αγκαλιές ή σε άλλες εκδηλώσεις αγάπης, αποφεύγουν ορισμένες δραστηριότητες καθημερινής ζωής (λούσιμο, πλύσιμο προσώπου, οδοντική φροντίδα), αποφεύγουν υλικά κατασκευών όπως δακτυλομπογιές ή άμμο. Εκδηλώνουν άτυπες συναισθηματικές αντιδράσεις σε συνηθισμένα απτικά ερεθίσματα όπως απαλό  άγγιγμα  στα χέρια ή το πρόσωπο, μεγάλο στρες όταν είναι κοντά σε άλλα άτομα, άρνηση ή απόσυρση.

Γιατί το παιδί μου εμφανίζει εμμονές, δεν παίζει με άλλα παιδιά της ηλικίας του, είναι ευερέθιστο και αποφεύγει νέες καταστάσεις
ή συχνά εκδηλώνει χειριστική συμπεριφορά;

Το πιο πιθανό είναι να έχει δυσκολία στον προγραμματισμό και στην εκτέλεση επιδέξιων και μη γνώριμων κινητικών δράσεων με τη σωστή σειρά και διαδοχή ή να έχει κάποιες αναπτυξιακές δυσκολίες κινητικού προγραμματισμού (δυσπραξία). Τα στοιχεία που συνθέτουν μια τέτοια εικόνα είναι: αδεξιότητα, φτωχή απτική διάκριση, ανεπαρκής εικόνα σώματος, αργή μάθηση δραστηριοτήτων καθημερινής ζωής, προβλήματα με την αδρή κίνηση και τα σπόρ, προβλήματα στο κατασκευαστικό ή εξερευνητικό παιχνίδι ή στον χειρισμό αντικειμένων που απαιτεί λεπτή κινητικότητα, δυσκολία στο γράψιμο, προβλήματα άρθρωσης και ομιλίας, συνοδές μαθησιακές δυσκολίες. Η συμπεριφορά των παιδιών  που έχουν αυτή την εικόνα συνίσταται συνήθως από μειωμένη αυτοπεποίθηση, είναι ευερέθιστα και αποφεύγουν νέες καταστάσεις, εκδηλώνουν χειριστική συμπεριφορά, προτιμούν τη συζήτηση παρά την δράση, συχνά αργούν και ξεχνούν, δείχνουν αποδιοργανωμένα.

Τι μπορεί να γίνει;
Εάν το παιδί δείχνει ύποπτο να έχει κάποιο πρόβλημα Α.Ο. μπορεί να αξιολογηθεί από εξειδικευμένο ε/θ ή φ/θ. Η αξιολόγηση συνήθως συνίσταται από κάποιο έγκριτο test και από δομημένη παρατήρηση των αντιδράσεών του σε αισθητηριακούς ερεθισμούς, στην στάση και κίνηση, στην ισορροπία, στον συντονισμό, τις οφθαλμοκινητικές δεξιότητες κ.α. Μετά από προσεκτική ανάλυση των αποτελεσμάτων και μετά από πληροφορίες από άλλους ειδικούς και τους γονείς, οι θεραπευτές θα προτείνουν την κατάλληλη παρέμβαση. Εφόσον προταθεί συγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα, το παιδί θα προσανατολιστεί μέσω συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, που θα προκαλέσουν την ικανότητά του να ανταποκριθεί κατάλληλα σε αισθητηριακή τροφοδότηση και να δημιουργήσει (υποστεί) μια επιτυχή και οργανωμένη απάντηση.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Για τον λογοθεραπευτή

Από ποια ηλικία ένα παιδί είναι σε θέση να ακολουθήσει θεραπεία λόγου;
Ένα παιδί στην ηλικία των 2,5 – 3 ετών είναι σε θέση να ακολουθήσει λογοθεραπευτική αγωγή, όταν αντιμετωπίζει προβλήματα στην ομιλία (καθυστέρηση ομιλίας). Χρήσιμο είναι, ένα παιδί να μπει σε πρόγραμμα λογοθεραπείας πριν την ηλικία των 2,5 όταν αντιμετωπίζει προβλήματα στην σίτιση (δυσφαγία) και στην κατάποση (δυσκαταποσία).

Ποια είναι τα συνηθέστερα φωνολογικά - αρθρωτικά λάθη τα παιδιού;  Πόσος χρόνος απαιτείται για την αποκατάστασή τους;
Τα συνηθέστερα φωνολογικά – αρθρωτικά λάθη που αντιμετωπίζει ένα παιδί είναι

bullet black  έλλειψη τα φθόγγου (απλοποιήσεις συμπλεγμάτων) π.χ. κολείο αντί σχολείο
bullet black  αντικατάσταση τα φθόγγου μ’ ένα άλλο άσχετο π.χ. πατέλα αντί πατέρα
bullet black  αντιμετάθεση γραμμάτων (αναγραμματισμός) π.χ. δερπάνι αντί δρεπάνι
bullet black  τραυλισμός (συνίσταται στη διακοπή τα χρονικής ροής του λόγου ή με την επανάληψη μιας συλλαβής) π.χ. παπαπατέρα αντί πατέρα ή την επανάληψη τα φθόγγου π.χ. ττττττττττι αντί τ.
bullet black  βατταρισμός – ταχυλαλία (ασυγκράτητη και βιαστική ομιλία).

Οι διαταραχές αυτές παρεμποδίζουν τη σχολική επίδοση και προσαρμογή και απαιτούν ειδική συστηματική θεραπευτική αγωγή (λογοθεραπεία) αποκατάστασης 2-3 φορές την εβδομάδα. Ο χρόνος που απαιτείται διαφέρει από το βαθμό δυσκολίας που αντιμετωπίζει το κάθε παιδί και από το βαθμό συνεργασίας του στη λογοθεραπευτική συνεδρία.

Ποια είναι η φυσιολογική εξέλιξη λόγου; (Στάδια Ομιλίας)

0-6 μηνών

bullet black  Το μωρό αντιδρά στους ήχους, κοιτάζει ή στρέφει το κεφάλι του προς την πηγή τους.
bullet black  Παράγει ήχους

6-12 μηνών

bullet black  
Καταλαβαίνει απλές οδηγίες
bullet black  Λέει «μαμά» και «μπαμπά»
bullet black  Ανταποκρίνεται όταν ακούει το όνομά του

12-18 μηνών

bullet black  
Καταλαβαίνει απλές οδηγίες και προτάσεις
bullet black  Ονομάζει οικεία αντικείμενα
bullet black  Εμπλουτισμός λεξιλογίου

18-24 μηνών

bullet black  Καταλαβαίνει σύνθετες οδηγίες
bullet black  Λέει το όνομά του
bullet black  Χρησιμοποιεί προτάσεις με 2 – 3 λέξεις

24 έως 3 χρονών

bullet black  Καταλαβαίνει απλές ιστορίες
bullet black  Χρησιμοποιεί προτάσεις
bullet black  Κάνει ερωτήσεις
bullet black  Χρησιμοποιεί πληθυντικό και προθέσεις

3 χρονών έως 4 χρονών

bullet black Η ομιλία του παιδιού αρχίζει να μοιάζει περισσότερο σ’ αυτή των ενηλίκων όσον αφορά τη γραμματική και το συντακτικό.

Πόσο διαρκεί μια συνεδρία λογοθεραπείας και ποια είναι η δομή της;
Μια συνεδρία λογοθεραπείας διαρκεί 45 λεπτά. Η συνεδρία είναι εξατομικευμένη, δηλαδή  σε αυτή συμμετέχει το παιδί και ο λογοθεραπευτής. Στην πορεία της θεραπείας οι γονείς μπορούν να παρακολουθούν μια φορά το μήνα ή περίπου στις 3 εβδομάδες  μέρος της συνεδρίας, έτσι ώστε να καταλάβουν και να μάθουν τον τρόπο εκπαίδευσης του παιδιού τους. Οι γονείς ενημερώνονται κάθε φορά στο τέλος της συνεδρίας. Το υλικό που χρησιμοποιείται σε κάθε συνεδρία εξαρτάται από το είδος της διαταραχής, για παράδειγμα, σε μια φωνολογική- αρθρωτική διαταραχή χρησιμοποιείται τετράδιο στο οποίο δίνονται ασκήσεις για το σπίτι. Τέλος, στο κέντρο μας εφαρμόζονται εναλλακτικά προγράμματα επικοινωνίας όπως: TEACCH, PECS, MAKATON, BRAILLE, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.

Η καθυστέρηση ομιλίας ενός παιδιού, συνεπάγεται μαθησιακές δυσκολίες στο μέλλον;
Υπάρχουν περιπτώσεις, που η καθυστέρηση ομιλίας, ανάλογα με τη σοβαρότητά της, μπορεί να έχει ως επακόλουθο την εμφάνιση μαθησιακών δυσκολιών στο μέλλον.  Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί 12 – 24 μηνών δεν καταλαβαίνει απλές οδηγίες και προτάσεις, δεν ονομάζει οικεία αντικείμενα και έχει φτωχό και περιορισμένο λεξιλόγιο, αυτό αυτόματα θα επηρεάσει τη γενικότερη γνωστική - μαθησιακή ανάπτυξη του παιδιού.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Για τον ειδικό παιδαγωγό

Πότε το παιδί του Νηπιαγωγείου είναι έτοιμο για το Δημοτικό;
Για να φοιτήσει το παιδί στο Δημοτικό, θα πρέπει να είναι ώριμο γλωσσικά, γνωστικά, συναισθηματικά, κοινωνικά και ψυχοκινητικά. Γενικά, θα πρέπει να έχει επαρκή και κατανοητό λόγο με σωστή άρθρωση, καλή ακουστική και οπτική διάκριση και διαφοροποίηση, να κατέχει χωροχρονικό προσανατολισμό, αλληλουχία γεγονότων και οπτικοκινητικό συντονισμό. Να είναι προσεχτικό και συγκεντρωμένο, με καλή βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη μνήμη, να κατανοεί ό,τι ακούει, να μπορεί να αφηγηθεί και να περιγράψει κάτι, να παρατηρεί- συγκρίνει- ομαδοποιεί- κατηγοριοποιεί, να γνωρίζει βασικές και προμαθηματικές - μαθηματικές έννοιες και να επιλύει απλά πρακτικά προβλήματα. Πρέπει να έχει σωστή λαβή μολυβιού, να τηρεί πλαίσιο στη ζωγραφική, να παράγει σχήματα και να αντιγράφει γράμματα και αριθμούς. Να αυτοεξυπηρετείται, να έχει βλεμματική επαφή, να  μπορεί να συνεργάζεται, να έχει αυτοπεποίθηση και καλές σχέσεις με τους άλλους. Αν αυτά δεν ισχύουν, ίσως το παιδί δεν είναι έτοιμο για το Δημοτικό. Μια έγκυρη και έγκαιρη αξιολόγηση θα έδειχνε δυσκολίες οι οποίες, αν δεν αποκατασταθούν, πιθανό να οδηγήσουν σε σχολική αποτυχία. Η πρώιμη παρέμβαση θα προστάτευε το παιδί από πιθανές μαθησιακές δυσκολίες, με συνέπειες στην σχολική του πορεία. Κάποιες φορές μάλιστα προτείνεται και η επανάληψη του Νηπιαγωγείου, ώστε παράλληλα με ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα και καθοδήγηση των γονιών, το παιδί να ωριμάσει και να αποκτήσει τις ικανότητες και δεξιότητες που προϋποθέτουν τη σχολική επιτυχία.

Τι είναι οι μαθησιακές δυσκολίες;
Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι διαταραχές σε ψυχολογικές διαδικασίες που σχετίζονται με την κατανόηση και τη χρήση του λόγου, προφορικού ή γραπτού. Εκδηλώνονται με δυσκολία κυρίως στη σκέψη, έκφραση, κατανόηση, ανάγνωση, γραφή, ορθογραφία και μαθηματικούς υπολογισμούς (δυσλεξία, δυσαναγνωσία, δυσορθογραφία, δυσαριθμησία κ.λ.π) και συχνά συνοδεύονται από ανεπαρκή μνήμη, διάσπαση προσοχής, υπερκινητικότητα, δυσκολία στις λεπτές και αδρές κινήσεις, στο χωροχρονικό προσανατολισμό, τον οπτικοκινητικό συντονισμό και στην ακολουθία άλλων οδηγιών. Δεν σχετίζονται με: 1) νοητική καθυστέρηση, 2) εμφανίζονται στο 15-20% των μαθητών (κυρίως στα αγόρια σε αναλογία 4:1), 3) υπάρχει κληρονομική και νευρολογική βάση, ενώ 4) άλλοι παράγοντες που προδιαθέτουν σε μαθησιακές δυσκολίες είναι μια δύσκολη εγκυμοσύνη, επιπλοκές πριν- κατά- μετά τον τοκετό, χαμηλό βάρος γέννησης, προωρότητα, εγκεφαλικό τραύμα, κ.λπ.). Είναι θέμα που απασχολεί παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικούς. Τα παιδιά συνήθως καταλαβαίνουν τις δυσκολίες τους και την αποτυχία που ακολουθεί. Έτσι όμως απογοητεύονται, δε συνεχίζουν την προσπάθεια, χάνουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, αγχώνονται από την πίεση γύρω τους και ενίοτε απορρίπτονται από τους συμμαθητές τους. Γι’ αυτό είναι σημαντική η έγκαιρη διάγνωση από τους ειδικούς, ώστε η άμεση παρέμβαση να βοηθήσει το παιδί και να ενισχύσει την αυτοπεποίθησή του.

Τι είναι η δυσλεξία;
Η δυσλεξία είναι μια μαθησιακή δυσκολία που έχει να κάνει με διαταραχές κυρίως στην ανάγνωση, κατανόηση, γραφή, ορθογραφία και παραγωγή γραπτού λόγου. Δεν είναι ασθένεια, δε σχετίζεται με χαμηλή νοημοσύνη, πιθανόν οφείλεται σε δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος, μπορεί να είναι κληρονομική και δεν αφήνει το παιδί να πετύχει ένα συγκεκριμένο μαθησιακό στόχο, παρά το ότι έχει φυσιολογική νοημοσύνη και άλλα συνομήλικα παιδιά με τα ίδια εκπαιδευτικά ερεθίσματα τον πετυχαίνουν. Το παιδί με δυσλεξία συνήθως διαβάζει αργά και συλλαβιστά, άχρωμα, χωρίς να κατανοεί λεκτικά σύνολα, παρατονίζει, παραλείπει, αντιμεταθέτει, συγχύζει ή προσθέτει γράμματα ή συλλαβές. Στο γραπτό του δυσκολεύεται πολύ, αργεί, παρουσιάζει συνήθως δυσγραφία, αντιστρέφει γράμματα-αριθμούς, παρατονίζει ή αφήνει άτονες τις λέξεις, δεν αφήνει σωστά κενά ανάμεσά τους και κάνει πολλά γραμματικά και ορθογραφικά λάθη. Συνήθως έχει προβλήματα χωροχρονικού προσανατολισμού, αδύναμη μνήμη, δυσκολεύεται στην επίλυση άλλων προβλημάτων και στην εκτέλεση αριθμητικών πράξεων, αδυνατεί να προσέξει και να συγκεντρωθεί πολλή ώρα σε κάτι που κάνει, έχει φτωχό λεξιλόγιο και δυσκολεύεται να ακολουθήσει απλές οδηγίες.

Ποιος είναι ο ρόλος των γονιών απέναντι στις μαθησιακές δυσκολίες του παιδιού;
Συνήθως οι ίδιοι οι γονείς παρακολουθώντας εξελικτικά το παιδί τους εντοπίζουν πρώτοι κάποιο πρόβλημα μαθησιακό, συναισθηματικό ή συμπεριφοράς. Αν δουν ότι το παιδί, γενικά, αργεί να μιλήσει, όταν ξεκινήσει κάνει λάθη, έχει φτωχό λεξιλόγιο, δε συγκεντρώνεται, είναι αφηρημένο, παρορμητικό και απρόσεχτο, δυσκολεύεται στην αυτοεξυπηρέτησή του και στο χωροχρονικό προσανατολισμό και αργότερα στο σχολείο στην ανάγνωση και στη γραφή και ότι αργεί ή αποφεύγει να διαβάσει, καλό είναι να ζητούν βοήθεια από τους ειδικούς για να αντιμετωπιστούν αυτές οι καταστάσεις. Νοοτροπίες όπως «και ο πατέρας του άργησε να μιλήσει», «θα μεγαλώσει και θα ξεπεράσει τις δυσκολίες», «τι θα πει ο κόσμος;» (αν προταθεί επανάληψη του Νηπιαγωγείου), και «ενώ είναι πανέξυπνο, τεμπελιάζει», δε βοηθούν καθόλου αντιθέτως αφήνουν πολύτιμο χρόνο να περνάει διαιωνίζοντας τις όποιες δυσκολίες και εδραιώνοντας τες. Άλλες φορές αφιερώνουν πολύ χρόνο για να διαβάσουν μαζί χωρίς όμως να μπορούν στην πραγματικότητα να το βοηθήσουν και με επακόλουθο θυμό και ένταση στις μεταξύ τους σχέσεις. Οι γονείς, πρέπει  απλώς, να αποδεχθούν το γεγονός, να συνειδητοποιήσουν ότι είναι ένα συχνό φαινόμενο, να έχουν ρεαλιστικές απαιτήσεις από το παιδί και αφού ζητήσουν ενημέρωση από το δάσκαλο, εφόσον το παιδί φοιτά στο Δημοτικό, να απευθυνθούν σε κάποιο σχολικό ψυχολόγο ή ειδικό παιδαγωγό προκειμένου να γίνει διάγνωση και να ξεκινήσει παρέμβαση για τη σωστή αντιμετώπιση των δυσκολιών αυτών.

Ποια η σπουδαιότητα της έγκαιρης διάγνωσης;
Είτε μιλάμε για σχολική ετοιμότητα του παιδιού είτε για ύπαρξη μαθησιακών δυσκολιών κατά τη διάρκεια της φοίτησης, η έγκαιρη διάγνωση είναι αναγκαία. Όταν ο γονιός υποψιαστεί ότι το παιδί του δυσκολεύεται στον προφορικό ή γραπτό λόγο ή παρατηρήσει μορφές συμπεριφοράς που τον προβληματίζουν, πρέπει να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό. Μια διεπιστημονική ομάδα αποτελούμενη συνήθως από το σχολικό ψυχολόγο, τον ειδικό παιδαγωγό, το λογοθεραπευτή και τον εργοθεραπευτή θα αξιολογήσουν το παιδί και θα καταρτίσουν εξατομικευμένο πρόγραμμα παρέμβασης, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του παιδιού. Εκτός από την κλινική παρατήρηση που δίνει πολύπλευρη εικόνα του δυναμικού του παιδιού, χορηγούνται και σταθμισμένα στη χώρα μας εργαλεία, όπως το Α’ τεστ που αξιολογεί τη σχολική ετοιμότητα και το Αθηνά τεστ που διαγιγνώσκει τις μαθησιακές δυσκολίες, ενώ πολύτιμες πληροφορίες δίνει και ο εκπαιδευτικός για την παρουσία του παιδιού στο σχολικό πλαίσιο. Ένα παιδί με αδιάγνωστες μαθησιακές δυσκολίες θα οδηγηθεί σίγουρα σε σχολική αποτυχία και θα εξελιχθεί σε έναν ενήλικα με μαθησιακές δυσκολίες σε πολλές εκφάνσεις της ζωής του. Η πρώιμη, λοιπόν, ανίχνευση, η έγκαιρη διάγνωση και οι αποτελεσματική  αντιμετώπιση των όποιων δυσκολιών, από την προσχολική ακόμα ηλικία, θα απομακρύνουν το παιδί από δευτερογενή ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα και θα το βοηθήσουν να αναπτύξει τεχνικές για να καλλιεργήσει τις δεξιότητές του και θα ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή του.